Κάνουμε μία πολύ μεγάλη προσπάθεια για να μειώσουμε τις αμυντικές δαπάνες ως ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Η διαδικασία, αυτή όμως δεν είναι εύκολη γιατί δεν μπορεί κανείς να τις μειώσει από τη μια στιγμή στην άλλη, τεχνοκρατικά, γραμμικά και αριθμητικά, εάν δεν έχουν προηγηθεί σημαντικές θεσμικές παρεμβάσεις σε ένα πλαίσιο που για πολλά χρόνια, παρά το ότι ήθελε να υπερασπιστεί τη διαφάνεια, δημιουργούσε «γκρίζες ζώνες» στο χώρο των αμυντικών δαπανών.

Οι αμυντικές δαπάνες, μέχρι σήμερα, εγκρίνονταν, στο πλαίσιο της συζήτησης του Προϋπολογισμού, χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία συζήτηση και αυτό η Κυβέρνησή μας το αλλάζει μέσα από ριζικές θεσμικές παρεμβάσεις, τόσο στη βάση νομοθετικής πρωτοβουλίας, όσο και στη βάση μιας ευρύτερης στρατηγικής που αφορά τα θέματα της εθνικής άμυνας και των αμυντικών εξοπλισμών.

Αυτό το θεσμικό πλαίσιο το διαμορφώνουμε ήδη με το νόμο 3883/2010 που υπερψηφίστηκε από τη Βουλή και με τον οποίο κάνουμε μία πρώτη σημαντική παρέμβαση στο χώρο των αμυντικών εξοπλισμών, μέσα από την αλλαγή όλης της δομής τους και την κατάρτιση του προγράμματος αμυντικών προμηθειών, με μια σειρά από κριτήρια τα οποία είναι πλέον νομοθετημένα. Προχωρούμε πλέον σε κατάρτιση Μακροπρόθεσμου Προγράμματος Προμηθειών Αμυντικού Υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων με δεκαπενταετή διάρκεια, το οποίο θα επανεξετάζεται και θα επικαιροποιείται ανά τριετία, ώστε να εναρμονίζεται με τους τριετείς Κρατικούς Προϋπολογισμούς Προγραμμάτων.

Παράλληλα διαμορφώνουμε μία νέα στέρεη βάση για τους αμυντικούς εξοπλισμούς, έτσι ώστε να συνδέουμε τις πραγματικές ουσιαστικές αμυντικές ανάγκες της χώρας με τους κατάλληλους κάθε φορά αμυντικούς εξοπλισμούς και τα κατάλληλα οπλικά συστήματα, ώστε να υπάρχει μια ισορροπία ανταποδοτικότητας, δηλαδή μια ισορροπημένη σχέση κόστους – οφέλους.

Την επόμενη περίοδο προχωρούμε στην αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τους αμυντικούς εξοπλισμούς, την αλλαγή του νόμου 3433/2006 έτσι ώστε να διασφαλίζουμε και τη διαφάνεια, αλλά και την αποτελεσματικότητα.

Επιπλέον προχωρήσαμε, ως πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και ως Κυβέρνηση, σε μία μεγάλη θεσμική τομή με τη δημιουργία μίας νέας Επιτροπής Αμυντικών Εξοπλισμών στο ελληνικό Κοινοβούλιο, Υποεπιτροπή στην αρχή, αναβαθμισμένη Διαρκής Επιτροπή σήμερα, στο πλαίσιο της οποίας συζητούμε, με όλες τις πολιτικές δυνάμεις, όλες τις προμήθειες κύριου αμυντικού υλικού με πλήρη διαφάνεια.

Η εφαρμογή του Μνημονίου δεν συνδέεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά με την πραγματοποίηση και πολύ περισσότερο με την επέκταση εξοπλιστικών προγραμμάτων. Άλλωστε η εξωτερική πολιτική και η άμυνα της χώρας συγκροτούν το σκληρό πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, της εθνικής κυριαρχίας και δεν επρόκειτο ποτέ η Κυβέρνησή μας να διαπραγματευτεί ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Γι’ αυτό το λόγο δεν τέθηκε από την πλευρά των εταίρων μας κανένα ζήτημα γύρω από την άμυνα της χώρας.

Το μόνο που περιλαμβάνεται στο Μνημόνιο και συνδέεται με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, είναι το χρονοδιάγραμμα για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 81/2009, του Συμβουλίου Υπουργών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για την οργάνωση σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο των διαδικασιών προμήθειας αμυντικών εξοπλισμών. Όπως προέβλεπε η σχετική Οδηγία, θα έπρεπε να ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη μέχρι τον Αύγουστο του 2011. Τελικά έχουμε μια αλλαγή στο χρονοδιάγραμμα και προετοιμαζόμαστε ώστε να ενσωματωθεί η σχετική Οδηγία μέχρι το τέλος Μαρτίου του 2011.

Οι μειώσεις, ο εξορθολογισμός και η καταπολέμηση της κακοδιαχείρισης στο χώρο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας δεν γίνεται σε βάρος του αξιόμαχου των Ενόπλων Δυνάμεων. Διαθέτουμε Ένοπλες Δυνάμεις στο πιο υψηλό επίπεδο, τόσο επιχειρησιακής ετοιμότητας, όσο και επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.

Θεμελιώδης στόχος μας είναι να διατηρείται το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, με το μικρότερο δυνατό κόστος, έτσι ώστε τα χρήματα του ελληνικού λαού να πιάνουν τόπο μέσα στο πλαίσιο της διαφάνειας υπό διαρκή κοινοβουλευτικό έλεγχο και με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση και αποδοχή.

Αυτά όλα αποτυπώθηκαν στην εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2010, τον σχεδιασμό του προϋπολογισμού του 2011 και στη συνολική επαναξιολόγηση της δομής δυνάμεων και του μακροπρόθεσμου και μεσοπρόθεσμου προγράμματος προμηθειών. Αριθμητικά αυτά αποτυπώνονται και στη μείωση των σχετικών κονδυλίων του προϋπολογισμού κατά τρόπο ιδιαίτερα υποστηρικτικό για τη μεγάλη δημοσιονομική προσπάθεια που κάνει η χώρα. Συγκεκριμένα ο Προϋπολογισμός του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που το 2009 ήταν 6,4 δισεκατομμύρια ευρώ (3,57% του ΑΕΠ) , το 2010 προβλέπεται να κλείσει πολύ κάτω από το προϋπολογιζόμενο ποσό των 5,76 δισεκατομμυρίων ευρώ (3,28% του ΑΕΠ), Επίσης το 2010 έχει επέλθει μείωση του κόστους των εξοπλιστικών προγραμμάτων κατά 900.000.000 Ευρώ (πληρωμή 1.060.000.000 Ευρώ έναντι αρχικής εγγραφής στον Προϋπολογισμό 2010 ποσού 2.000.000.000 Ευρώ).

Αυτά απάντησε το ΥΠΕΘΑ στην ερώτηση των Βουλευτών του Σύριζα που έχει ως εξής
Ερώτηση 5386/22-10-2010 της Βουλής των Ελλήνων

Ο αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας κ. Μπεγλίτης και κατόπιν ο πρώην αρμόδιος Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου κ. Βασιλάκος με δηλώσεις τους σε έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ μίλησαν πρόσφατα για εξοπλιστικά προγράμματα χωρίς οφέλη της χώρας, καθώς και για «περιουσίες, ενδεχομένως και πολιτικές καριέρες» που φτιάχτηκαν «γύρω από τους αμυντικούς εξοπλισμούς». Μάλιστα, έπειτα από τις δηλώσεις Βασιλάκου διατάχθηκε εισαγγελική έρευνα, δεδομένου ότι ούτε ο κ. Μπεγλίτης ούτε ο κ. Βασιλάκος θέλησαν να αναφερθούν συγκεκριμένα σε πρόσωπα και πράγματα.

Οι δηλώσεις αυτές επιβεβαιώνουν εμμέσως τις καταγγελίες που έχουν γίνει επανειλημμένως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από τον ευρωβουλευτή των Πρασίνων κ. Κον Μπέντιτ και από την ευρωβουλευτή της Αριστεράς κ. Λέζινγκ, αλλά και σε εθνικά Κοινοβούλια ευρωπαϊκών χωρών, ότι οι ελληνικές δαπάνες για εξοπλισμούς συνδέονται αδιαφανώς με τα συμφέροντα χωρών που εξάγουν οπλικά συστήματα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ τόσο οι εκπρόσωποι της λεγόμενης τρόικας όσο και η κυβέρνηση με παραδειγματική επιμέλεια προσέχουν μήπως κανένας συνταξιούχος πάρει ένα ευρώ παραπάνω, οι εξοπλιστικές δαπάνες μένουν στο απυρόβλητο.

Οι δηλώσεις του κ. αναπληρωτή Υπουργού και του κ. τέως Γραμματέα επιβεβαιώνουν επίσης τη διαπίστωση του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες για μείωση των στρατιωτικών δαπανών, το ύψος των οποίων, και μάλιστα προς όφελος μόνο των κατασκευαστών όπλων, είναι προκλητικό.

Είναι λοιπόν προφανές ότι πέραν των ποινικών ευθυνών που ήδη ερευνά ο αρμόδιος Εισαγγελέας υπάρχει η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης να ενημερώσει τη Βουλή και τον λαό για το τι συμβαίνει με τις εξοπλιστικές δαπάνες.

Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί

1. Σε τι ποσό εκτιμά η κυβέρνηση την οικονομική ζημιά του ελληνικού κράτους από το «πανηγύρι» που κατά τον κ. Μπεγλίτη στήθηκε γύρω από τους εξοπλισμούς και τι σκοπεύει να κάνει προκειμένου να σπάσει αυτό το κύκλωμα της διαφθοράς, αλλά και να ανακτήσει το κράτος τα χρήματα που απώλεσε;

2. Σκοπεύει η κυβέρνηση να επανεξετάσει από μηδενική βάση τα υφιστάμενα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων αλλά και να εφαρμόσει την ίδια αρχή για τις μελλοντικές αγορές όπλων, προκειμένου να εξορθολογιστούν και να πάψουν να ακολουθούν «κατασκευασμένες», όπως τις χαρακτήρισε ο κ. αναπληρωτής Υπουργός, αμυντικές ανάγκες;