Οκτώ χρόνια μετά την απρόκλητη επέμβαση στο Ιράκ ο συνασπισμός των προθύμων του ΝΑΤΟ επαναλαμβάνει την ίδια παρεμβατική τακτική στην εύφλεκτη γειτονιά της Ν.Α. Μεσογείου.

Κι αυτή τη φορά η Λιβύη θα καταστραφεί ενώ θα υπάρξουν πολυάριθμα «τραγικά λάθη», «παράπλευρες απώλειες» κλπ. Επίσης και τα μνημεία της ρωμαϊκής εποχής αλλά και της παγκόσμιας κληρονομιάς όπως έγινε στο Αφγανιστάν και το Ιράκ θα καταστραφούν για πάντα.

Θύματα των πυραυλικών καταιγισμών θα είναι και οι υποδομές. Το εμπάργκο θα παραμείνει σε ισχύ και επομένως η ανοικοδόμηση θα είναι αδύνατη. Η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ θα αποφασίσουν ότι η χώρα έχει ανάγκη «σταθερότητας» και «θα βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση». Οι δυνάμεις τους θα διεισδύσουν, θα διασφαλίσουν τις εγκαταστάσεις πετρελαίου και τις πετρελαιοπηγές, ο λιβυκός λαός θα αποτελέσει σύντομα τον «εχθρό», οι επαναστάτες θα εκτελούνται, θα φυλακίζονται, θα βασανίζονται ενώ θα εγκατασταθεί μια φιλική προς τις ΗΠΑ κυβέρνηση-μαριονέττα.

Οι εισβολείς θα παραχωρήσουν συμβόλαια ανοικοδόμησης στις εταιρίες τους, τα χρήματα πιθανόν από τα παγωμένα κεφάλαια θα εξαφανιστούν και η χώρα θα απομείνει ένα ερείπιο.

Είναι ντροπή για τη Γαλλία, ντροπή για τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και έναν ΟΗΕ που αφιερώθηκαν «στο να διαφυλάξουν τις επόμενες γενιές από τη μάστιγα του πολέμου».

Στους λαούς τους, αυτές οι κυβερνήσεις της Δύσης θα περάσουν τη προπαγάνδα ότι οι δυνάμεις τους σκοπό έχουν να φέρουν τη δημοκρατία, απελευθερώνοντας τη Λιβύη από ένα τύραννο, από ένα «νέο Χίτλερ», από το «χασάπη της Βεγγάζης».

Οι χώρες που συγκεντρώθηκαν τις τελευταίες μέρες με σκοπό την ανατροπή μιας κυρίαρχης κυβέρνησης έχουν συνωμοτήσει να διαπράξουν αυτό που στη Νυρεμβέργη καταδικάστηκε σαν: «…ανώτατο διεθνές έγκλημα που διαφοροποιείται από τα λοιπά εγκλήματα πολέμου στο ότι εμπεριέχει το συσσωρευμένο κακό του συνόλου», αποβλέποντας στην ανατροπή μιας κυρίαρχης κυβέρνησης πίσω από ένα φύλο συκής «νομιμότητας».

Με τον καιρό θα αποδειχθεί ποιοι μαγείρεψαν, δωροδόκησαν, αποσταθεροποίησαν και λίγοι θα εκπλαγούν από τις αποκαλύψεις. Όμως τότε η Λιβύη θα έχει ήδη καταστραφεί και ο λαός της θα έχει ξεριζωθεί και ζαλιστεί από το σφυροκόπημα.

Ανεξάρτητα με το τι νιώθει κανείς για τη Λιβύη σήμερα και το ρόλο της κυβέρνησης Καντάφι, ένας πόλεμος ή επέμβαση δυτικών στη Λιβύη θα είναι η  καταστροφή του λιβυκού λαού καθώς και της ειρήνης και προόδου στο κόσμο.

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους επαναλαμβάνουν το ψεύδος ότι προσπαθούν να «προλάβουν επιθέσεις εναντίον αμάχων» και ότι ενεργούν με ανθρωπιστικά κίνητρα. Κανείς όμως δεν ξεγελιέται.

Ας αναλογιστούμε αυτούς τους «ανθρωπιστές» και το πώς ενεργούν στο Μπαχρέϊν

Ο αμερικανικός 5ος στόλος βρίσκεται στο Μπαχρέϊν, μια απολυταρχική μοναρχία.

Ώρες μόλις μετά την επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Άμυνας στο Μπαχρέϊν στις 14 Μαρτίου, η κυβέρνηση της χώρας ξεκίνησε μια βίαιη καταστολή της εξέγερσης με την υποστήριξη Σαουδαράβων στρατιωτών. Σχεδόν όλες οι δυνάμεις ασφαλείας της χώρας αποτελούνται από ξένους μισθοφόρους. Σε αντίθεση με τους Λίβυους επαναστάτες, ο λαός του Μπαχρέίν δεν έχουν καθόλου όπλα. Αλλά δεν τέθηκε θέμα no fly zone πάνω από το λιλιπούτειο κράτος πολύ λιγότερο δε για επίθεση εναντίον των δολοφονικών στρατευμάτων του Μπαχρέίν και της Σ. Αραβίας.

Αυτό γίνεται γιατί το πραγματικό κίνητρο για τις ΗΠΑ αλλά και τους συμμάχους τους και στη περίπτωση της Λιβύης αλλά και του Μπαχρέίν όπως και σε ολόκληρη τη περιοχή είναι ο έλεγχος των πετρελαίων.

Μεγαλύτερη σημασία για τους Αμερικανούς και Ευρωπαίους έχει ποιος ελέγχει τη ροή των πετρελαίων. Μια στρατιωτική παρουσία ή μια πιστή κυβέρνηση-μαριονέτα στη Λιβύη θα έδινε στην Ουάσιγκτον αλλά και στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης σε μικρότερο βαθμό ίσως, τον έλεγχο της ροής προς την Ευρώπη και θα εγκαθιστούσε στρατιωτική παρουσία στη Β. Αφρική με την οποία θα επηρέαζε ή θα απέτρεπε τα αποτελέσματα των επαναστάσεων στις γειτονικές Αίγυπτο και Τυνησία.

Όλες οι παραπάνω δράσεις επέμβασης στη Λιβύη βασίζονται πέρα από τη «δαιμονοποίηση» του Λίβυου ηγέτη και σε κάθε μορφής προπαγάνδα και εξαπάτηση συμπεριλαμβανομένου και του υποτιθέμενου «ψηφίσματος» του Αραβικού Συνδέσμου που στήριζε το πρόσφατο Ψήφισμα του ΟΗΕ. Αυτό που δεν ειπώθηκε είναι ότι μόνο 11 από τις 22 χώρες-μέλη του Συνδέσμου παραβρέθηκαν στη συνάντηση που έγινε κεκλεισμένων των θυρών. Δύο από τις 11 αυτές χώρες (Συρία- Αλγερία) έκαναν σαφές ότι ήταν κάθετες προς την επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη.

Ωστόσο τα διεθνή ΜΜΕ αγνόησαν ένα ψήφισμα της Αφρικανικής Ένωσης που εκφράζει 53 χώρες στο οποίο σθεναρά απορρίπτεται ζώνη απαγόρευσης πτήσεων ή άλλη επέμβαση.

Από την άλλη οι ΗΠΑ είχαν εμποδίσει τη παραμικρή δράση των Ην. Εθνών ακόμα και ένα τυπικό Ψήφισμα κατά τη διάρκεια των ισραηλινών βομβαρδισμών στη Γάζα το 2008 αλλά και όταν οι Ισραηλινοί επιχειρούσαν εισβολή στο Λίβανο το 2006 όπως επίσης και κατά το συνεχιζόμενο βομβαρδισμό της Γάζας τη περασμένη μόλις εβδομάδα.

Υπό το φως των τελευταίων δραματικών εξελίξεων αλλά και σαν απόρροια της υποκριτικής συμπεριφοράς της Δύσης, ένα φαινόμενο δείχνει να αναβιώνει μέσα από την έκρηξη που ξέσπασε από τη Β. Αφρική μέχρι τις ακτές του Περσικού Κόλπου, αυτό του Παν-αραβισμού.

Οι διαμαρτυρίες και οι εξεγέρσεις έχουν σαρώσει όλο τον Αραβικό κόσμο από την ακτή του Ατλαντικού μέχρι τις παραλίες του Περσικού κόλπου. Κάτω από τις συνθήκες αυτές οι ΗΠΑ αλλά και η Ε.Ε. εφαρμόζουν δύο μέτρα και δύο σταθμά στα γεγονότα αυτά. Υπάρχει μια επιλεκτική και υποκειμενική εστίαση αλλά και καταδίκη εκ μέρους του Λ. Οίκου αλλά και των Βρυξελλών σε σχέση με το ποιες αραβικές επαναστάσεις αλλά και ηγέτες στηρίζουν.

Ανεξάρτητα με τη πορεία αυτών των εξεγέρσεων και την αντίδραση των εξωγενών «παικτών», μια νέα δυναμική σχηματίζεται. Η δημοκρατία δεν έχει εμφανιστεί ακόμα και αυτό που αρχίζει να κάνει την εμφάνισή του είναι ο Παν-αραβισμός. Αυτό το ανανεωμένο κίνημα θα αποδειχτεί σαν πρόκληση στις συνεχιζόμενες προσπάθειες για βαθύτερη διάσπαση και αποδυνάμωση του αραβικού κόσμου.

H αναβίωση αυτή του ελάχιστα ακόμα ανιχνεύσιμου Παν-αραβισμού αξίζει να μας προβληματίσει για τις όποιες επιπτώσεις πιθανόν να επιφέρει τα επόμενα χρόνια…

Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί με κάθε επιφύλαξη ότι η έκβαση αυτών των διαμαρτυριών και εξεγέρσεων είναι απρόβλεπτη. Η συμπεριφορά της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών δηλώνει ότι επιθυμούν να εξαργυρώσουν σχεδιασμένη έκβαση ώστε να ενισχύσουν τη γεωπολιτική τους επιρροή. Και οι δύο δρώντες επιδιώκουν τη «διαχείριση του εκδημοκρατισμού » στον αραβικό κόσμο για ίδιον όφελος.

Οι εξεγερμένες ομάδες αντιφρονούντων τις οποίες οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους δείχνουν να υποτιμούν παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στα γεγονότα αυτά. Η διαδικασία αυτή της εξέλιξης ενός μαζικού κινήματος είναι που κάνει αυτές τις εξεγέρσεις απρόβλεπτες. Σε συνδυασμό λοιπόν με τον αναδυόμενο Παν-αραβισμό παρατηρούμε να ανατέλλει μια πανίσχυρη δύναμη.

Ο αραβικός λαός τελικά αποτελεί μια σοβαρή απειλή για την Ουάσιγκτον και τους υποστηρικτές της.

Σε αντίθεση με την Αν. Ευρώπη κατά τη διάρκεια των «εγχρώμων» επαναστάσεων, τα αραβικά καθεστώτα υποστηρίζονται από την Ουάσιγκτον. Ο αραβικός λαός γνωρίζει τη διπροσωπία των ΗΠΑ και της Ε.Ε. όπως επίσης γνωρίζει ότι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. δεν αποτελούν τους εμπροσθοφύλακες της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

Όσο δε για το Ισραήλ τώρα, βλέπει ότι η αστάθεια και το χάος στον Αραβικό κόσμο εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Η στρατηγική του Ισραήλ, σε αγαστή και αρραγή συνεργασία με τις ΗΠΑ και την παλαιότερη  βρετανική στρατηγική στη περιοχή της Μ. Ανατολής και Β. Αφρικής, ήταν πάντα να εξασθενίσει και να διασπάσει τα αραβικά κράτη. Το Ισραήλ στήριξε τη βαλκανοποίηση της περιοχής Μ. Ανατολή-Β. Αφρική όπου μπορούσε. Το Σχέδιο Yinon είναι μια στρατηγική πολιτική του Ισραήλ που έθεσε ο Oded Yinon, (ένας Ισραηλινός αναλυτής χαράσσοντας της «Σιωνιστική στρατηγική») και η οποία υποστηρίζει ότι το Ισραήλ πρέπει να ενεργεί σαν ιμπεριαλιστική δύναμη και να κατακερματίζει χώρες τις Μ. Ανατολής και της Β. Αφρικής σε μικρά και αδύναμα κρατίδια. Αυτό λοιπόν το σχέδιο ενεργοποιείται πάλι σήμερα

Το σχέδιο λειτουργεί με δύο αντικειμενικούς στόχους: 1)Προκειμένου να επιβιώσει το Ισραήλ πρέπει να γίνει μια περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη και 2) πρέπει να προκαλέσει τη διάσπαση της ενότητας της περιοχής σε μικρά κρατίδια διαλύοντας τα υπάρχοντα αραβικά κράτη.

Επομένως η ελπίδα του Ισραήλ είναι ότι τα μικρά κρατίδια θα καταντήσουν δορυφόροι του Ισραήλ και εν τέλει θα αποτελέσουν τη πηγή για την ηθική νομιμοποίηση που χρειάζεται το Τελ-Αβίβ απεγνωσμένα.

Ο Παν-Αραβισμός αντεπιτίθεται στο Σχέδιο Yinon.

Το Τελ-Αβίβ, η Ουάσιγκτον και οι Βρυξέλλες αντιτίθενται στην αραβική ενότητα. Ιστορικά έχουν απεργαστεί τη διάσπαση των Α

ράβων. Στο παρελθόν οι Βρετανοί χώρισαν το Κουβέϊτ από το Ιράκ, τη Παλαιστίνη από την Ιορδανία, την Αίγυπτο από το Σουδάν ενώ οι Γάλλοι την Αλγερία από την Τυνησία και το Λίβανο από τη Συρία. Το Σχέδιο Yinon λοιπόν είνοι η συνέχιση αυτής της εφαρμογής.

Η αμερικανική πολιτική είναι μέρος αυτής της συνέχισης καθώς ο Λ. Οίκος έχει εργαστεί με το Ισραήλ και τον βασιλικό οίκο των Σαούντ να διαιρέσουν και να απομονώσουν τους Παλαιστίνιους μέσα από μια ρήξη μεταξύ Χαμάς-Φατάχ. Στο Ιράκ η διαδικασία της εθνικής απομόνωσης υπήρξε κύριος οραματισμός για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. Το Σουδάν έχει ήδη διασπαστεί και τώρα ένας εμφύλιος μαίνεται στη Λιβύη. Η Σομαλία έχει επίσης διασπαστεί σε Puntland, Somaliland και Ν. Σομαλία. Η Ν. Σομαλία έχει κι αυτή διασπαστεί σε μεγαλύτερο βαθμό.

Τα αμερικανικά συμφέροντα, οι Βρυξέλλες και το Ισραήλ είναι αυτοί που θέλουν να διατηρήσουν τους Άραβες σε χωριστά «αδύναμα κράτη». Ωστόσο υπάρχει μια νέα δυναμική που αναδεικνύεται στους κόλπους του αραβικού κόσμου μέσα από τις εξεγέρσεις και αποτελεί απειλή για το Σχέδιο Yinon .

Ο Παν-αραβισμός αποτελεί μια πανίσχυρη δύναμη. Το ρεύμα των διαιρέσεων και διασπάσεων εδώ και δεκαετίες μπορεί τελικά να αναστραφεί. Ούτε και το Παλαιστινιακό θα αφεθεί στα χέρια ξένων δυνάμεων για πολύ ακόμα.

Ο πλουραλισμός του Αραβικού κόσμου οικοδομήθηκε στη βάση της πολυ-πολιτισμικότητας και της περιεκτικότητας. Η αραβική ταυτότητα είναι πολύ ανοιχτή και περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα  ανθρώπων.

Ο  Παν-αραβισμός δίνει μια πολιτική βούληση σ΄ αυτή την αραβική ταυτότητα και ετοιμάζει το έδαφος για ένα πολιτικό σχεδιασμό μεταξύ των αραβικών λαών. Έτσι, ανεξάρτητα από τις αρχικές επιτυχίες ή αποτυχίες αυτών των επαναστάσεων η αραβική προέλαση προς την ενότητα ως ένα πολιτικό και λαϊκό πρόγραμμα αποτελεί σχεδόν βεβαιότητα.

Σήμερα παρατηρούμε την επανεμφάνιση ενός κινήματος για δημοκρατία που υπερβαίνει τον στενό εθνικισμό ή ακόμα και τον παν-αραβικό εθνικισμό και το οποίο δείχνει να πρεσβεύει πανανθρώπινες αξίες. Αυτό με κανένα τρόπο δε σημαίνει ότι δεν ενυπάρχει αντι-ιμπεριαλιστικό στοιχείο στο κίνημα αυτό.

Σε αντίθεση με τον Παν-αραβισμό του παρελθόντος το νέο κίνημα αντιπροσωπεύει μια εσωτερική πεποίθηση ότι η απελευθέρωση από το φόβο μαζί με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάνουν τους λαούς μαχητικότερους για μια πιο χειραφετημένη κοινωνία.

Οι επαναστάτες της Αιγύπτου, της Τυνησίας, της Λιβύης, της Υεμένης και του Μπαχρέϊν ξεμπροστιάζουν με τις πράξεις τους ότι οι ηγέτες τους είναι τυραννικοί προς τους υπηκόους τους και δουλοπρεπείς προς τις ξένες δυνάμεις. Έχουν αποδείξει πόσο κενή ήταν η ρητορική των ηγετών αυτών καθώς προσπαθούσε να κατευνάζει την εχθρότητα προς το Ισραήλ και να παρουσιάζει μια φαινομενική ενότητα στον αραβικό κόσμο.